ἔμμοτος

ἔμμοτος, ον,
A treated with tents ([etym.] μοτοί), Hp.Aph.5.47, Art.49, Mochl. 36.
II used with such tents, Dsc.1.68;

ἔ. φάρμακα Gal.11.125

;

ἔ. σύστασις Id.13.500

; ἔ. ἀγωγή treatment by tents, Paul.Aeg.6.3.
2 metaph., ἔμμοτον τῶνδ' ἄκος (Schütz for ἑκάς) a salve or plaster to heal these wounds, A.Ch.471 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμμοτος — ἔμμοτος, ον (AM) αυτός που γίνεται με μοτό*, ξαντό μαλλί αρχ. 1. (για πληγή) αυτός που θεραπεύεται με μοτό 2. το αρσ. ως ουσ. ό ἔμμοτος αλοιφή ή έμπλαστρο …   Dictionary of Greek

  • ἔμμοτος — treated with tents masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμμοτον — ἔμμοτος treated with tents masc/fem acc sg ἔμμοτος treated with tents neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμμότοις — ἔμμοτος treated with tents masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμμότου — ἔμμοτος treated with tents masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμμότους — ἔμμοτος treated with tents masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμμότων — ἔμμοτος treated with tents masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμμότῳ — ἔμμοτος treated with tents masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμμοτα — ἔμμοτος treated with tents neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμμοτοι — ἔμμοτος treated with tents masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.